κατῴκει

κατῴκει
см. κατ—οἰκέω

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Поможем написать курсовую

Полезное


Смотреть что такое "κατῴκει" в других словарях:

  • κατῴκει — κατοικέω settle in imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατώικει — κατῴκει , κατοικέω settle in imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CIRCAEUM — promontor. olim Latinorum in Italia. Ptol. nunc Campaniae Regio hodie monte Circelle Leandro; in mare Tyrrhenum excurrit, prope Circaei rudera, cum uno aut altero vico tantum; propter caeli gravitatem et paludes Pomptinas, quibus circumcingitur… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κορίνθιος — ια, ιο, θηλ. και ία (Α κορίνθιος, ία, ον, θηλ. και κορινθιάς, άδος) [Κόρινθος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κόρινθο, στην Κορινθία ή στους Κορινθίους, κορινθιακός («κατῴκει τήνδε γῆν Κορινθίαν», Ευρ.) 2. (το αρσ. και θηλ. ως εθν.) ο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»